Οι κολυμβητικές δεξαμενές δημόσιας χρήσης -δημοτικές και αθλητικές- σε όλη τη χώρα είναι περίπου 80 και η έρευνα έγινε στις 65 εξ αυτών, ένα αρκετά μεγάλο δείγμα που ξεπερνά το 80%. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μία στις τέσσερις πισίνες, κυρίως στην επαρχία (25%), δεν έχει ελεγχθεί ποτέ, οι περισσότερες ελέγχονται σπάνια, ενώ αρκετές είχαν να ελεγχθούν από τους Ολυμπιακούς και μόλις το 35% των δεξαμενών ελέγχεται συστηματικά από τις αρμόδιες αρχές. Οπως σημειώνει η ερευνήτρια, αν και στα ιδιωτικά κολυμβητήρια γίνονται συχνότεροι έλεγχοι, αυτό δεν σημαίνει ότι λειτουργούν χωρίς προβλήματα.
Οπότε είναι μάλλον φυσικό μετά από όλα αυτά που μόλις το 12% των κολυμβητηρίων κρίθηκε «ικανοποιητικής λειτουργίας» με βάση το δελτίο ελέγχου, το 21% βρέθηκε «σχετικά ικανοποιητικής λειτουργίας» και η πλειονότητά τους είναι «μη ικανοποιητικής λειτουργίας».
Eυρήματα των ελέγχων
* Μόλις το 36% των κολυμβητηρίων βρέθηκαν να έχουν άδεια λειτουργίας εν ισχύι, ενώ το 64% τη στερούνταν. Από αυτά που δεν είχαν άδεια, το 46% δεν έχουν λάβει ποτέ αδειοδότηση και το 54% χωρίς ισχύουσα άδεια -αν και είχαν κάποτε- ήταν δημοτικά κολυμβητήρια (72%) και αθλητικά (28%). Αλλά κι απ' αυτά που είχαν άδεια, σχεδόν τα μισά (48%) έχουν αποκλίσεις από τους αρχικούς όρους αδειοδότησης. «Το ότι ένα κολυμβητήριο δεν είναι αδειοδοτημένο σημαίνει ότι στερείται των απαραίτητων προϋποθέσεων για να αδειοδοτηθεί, δηλαδή ότι δεν είναι κατασκευασμένο σύμφωνα με προδιαγραφές ασφαλείας και σ' αυτήν την κατηγορία υπάγεται ένας μεγάλος αριθμός κολυμβητηρίων, ακόμη και μεγάλων με ευρύ κοινό λουομένων», παρατηρεί η ερευνήτρια.
* Στο 88% των δεξαμενών καταγράφτηκαν κατασκευαστικά προβλήματα όπως θύλακες στάσιμου νερού, ανεπαρκής διύλιση ή υγειονομικά ανεπαρκείς χώροι υγιεινής. Τι επιπτώσεις μπορούν να έχουν αυτά; Οπως μας εξηγεί η καθηγήτρια Μικροβιολογίας στα ΤΕΙ Αθήνας Αθ. Μαυρίδου έτσι υποβαθμίζεται η ποιότητα του νερού και κατά συνέπεια δημιουργούνται κίνδυνοι σοβαρών λοιμώξεων όπως ωτίτιδες, γαστρεντερίτιδες, επιπεφυκίτιδες, δερματίτιδες, κυρίως στα παιδιά...
* Μία στις τρεις πισίνες (33%) βρέθηκε με ανεπαρκή μέτρα ασφαλείας -αρκετές δεν είχαν ούτε τα στοιχειώδη μέσα διάσωσης όπως είναι τα σωσίβια, άλλες δεν είχαν επόπτη ασφαλείας, παρότι υποχρεούνται από τον νόμο κ.ά. «Δηλαδή οτιδήποτε και να συμβεί δεν μπορούν να το αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά, με αποτέλεσμα να καταγράφονται συχνά τραυματισμοί, ακόμα και πνιγμοί», παρατηρεί η επόπτης Υγείας Αθ. Μπλουγουρά.
* Μόλις το 15% είχαν τιμές χλωρίωσης εντός των ορίων που ορίζει η νομοθεσία, το 5% βρέθηκε με ανεπαρκή χλωρίωση, με συνέπεια έκθεση σε μικρόβια, ενώ το 80% ήταν υπερχλωριωμένες, γεγονός που μπορεί να έχει ως συνέπεια την πρόκληση δερματικών εγκαυμάτων ή άσθματος στα μικρά παιδιά από τις αναθυμιάσεις, ερεθισμό στα μάτια ακόμη και μεταλλαξιογόνες δράσεις στη χρόνια έκθεση σύμφωνα με την καθηγήτρια. Μάλιστα 12 δεξαμενές βρέθηκαν με τιμές χλωρίου στα όρια της συγκέντρωσης της οικιακής χλωρίνης...
Ανάμεσα σε άλλους πλημμελείς ελέγχους, κατά παράβαση της νομοθεσίας, διαπιστώθηκε ότι σε καμιά δεξαμενή δεν γινόταν έλεγχος αλκαλικότητας και στο 68,33% δεν γινόταν μικροβιολογική παρακολούθηση αν και επιβάλλεται ανά δεκαπενθήμερο. Επιπλέον από τον έλεγχο μεγάλου αριθμού δειγμάτων που πραγματοποιήθηκε στο ΤΕΙ διαπιστώθηκε ότι οι μισές δεξαμενές είναι ακατάλληλες λόγω υπερβάσεων μικροβιολογικών δεικτών αλλά και η υπάρξη του μικροβίου ψευδομονάδα σε υπερχλωριωμένες δεξαμενές που δείχνει ότι το μικρόβιο το οποίο προκαλεί επιπεφυκίτιδες και ωτίτιδες έχει αποκτήσει αντοχή στο χλώριο.
«Με τόσους κινδύνους που εγκυμονούν οι μη ικανοποιητικές συνθήκες λειτουργίας, μόνη ελπίδα βελτίωσης είναι να ευαισθητοποιηθούν οι γονείς και οι λουόμενοι και να απαιτούν την ύπαρξη άδειας και την τήρηση των προδιαγραφών λειτουργίας όπως είναι οι ανά δεκαπενθήμερο μικροβιολογικές αναλύσεις του νερού», σχολιάζει η καθηγήτρια.










