Αν και ακούμε συχνά θριαμβολογίες για τις εντυπωσιακές επιτυχίες της σύγχρονης δυτικής ιατρικής, τα αδιέξοδα που αυτή αντιμετωπίζει αυξάνουν διαρκώς. Η αύξηση των ιατρικών δαπανών και η επιδείνωση των σχέσεων ιατρών και ασθενών είναι δύο κύρια αδιέξοδα της σύγχρονης δυτικής ιατρικής αλλά δεν είναι τα μόνα.
Η αντίληψη της σύγχρονης δυτικής ιατρικής για την υγεία και την νόσο βασίζεται στη μηχανιστική θεώρηση του ανθρώπινου οργανισμού του Descart. Σύμφωνα με την θεωρία του Descart ο ανθρώπινος οργανισμός είναι μια μηχανή με διάφορα μέρη που κάποτε καταστρέφονται και πρέπει να αντικατασταθούν, ή που δεν λειτουργούν καλά και πρέπει να διορθωθούν και το ανθρώπινο σώμα είναι απόλυτα χωρισμένο από την υπόλοιπη ανθρώπινη ύπαρξη. Η θεωρία του Descart επηρέασε αποφασιστικά τη σύγχρονη ιατρική και τη σύγχρονη βιολογία και μπορεί να συνέβαλε σε κάποιες επιτυχίες τους, αλλά εξ αιτίας της, η σύγχρονη δυτική ιατρική δεν μπορεί να κατανοήσει την πραγματική φύση των μεγάλων σύγχρονων νόσων. Δεν μπορεί να πει γιατί μια ορισμένη αρρώστια προσβάλλει αυτό και όχι κάποιο άλλο άτομο ή τη συγκεκριμένη και όχι κάποια άλλη στιγμή της ζωής του και αναπόφευκτα, ασχολείται με την ανθρώπινη παθολογία στο επίπεδο των συμπτωμάτων.
Καυχιέται ότι μπορεί να απομακρύνει συμπτώματα και αυτό ακριβώς υπόσχεται να κάνει, αλλά η απομάκρυνση των συμπτωμάτων χωρίς την ανακάλυψη και την αντιμετώπιση της αιτίας που τα προκαλεί, μπορεί να είναι από άχρηστη μέχρι πολύ επικίνδυνη αφού τα συμπτώματα είναι προειδοποιήσεις που μπορούν να προλάβουν καταστροφές. Τα συμπτώματα μας λένε ότι κάτι πρέπει να αλλάξει στον τρόπο της ζωής μας αν θέλουμε να σώσουμε τη ζωή μας.
Όχι μόνο για έναν ιατρό αλλά και για τον απλούστερο άνθρωπο θα ήταν προφανές ότι το σταμάτημα απλώς του πόνου όχι μόνο δεν αποτελεί ιατρική επέμβαση αλλά θα μπορούσε να είναι ολέθριο όχι μόνο για την υγεία αλλά και για τη ζωή του ασθενούς. Αν όμως δεν είναι επιστημονικό να σταματάς απλώς τους πόνους ενός έλκους χωρίς να κάνεις τίποτε γι' αυτό το ίδιο το έλκος, γιατί δεν είναι μη επιστημονικό να αφαιρείς το έλκος χωρίς να κάνεις τίποτα για την απωθημένη οργή που το έχει προκαλέσει και που μπορεί να κάνει κάτι πολύ χειρότερο στον άρρωστο μετά την εγχείρηση;
Για οποιονδήποτε που δεν είναι έρμαιο της καρτεσιανής αντιλήψεως για την ανθρώπινη φύση και για τον κόσμο, είναι εμφανές ότι σε τελική ανάλυση η αιτία κάθε παθολογικού συμπτώματος είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης αιτίας και ότι τελικά κάθε παθολογικό σύμπτωμα σχετίζεται όχι μόνο με ολόκληρη την ύπαρξη εκείνου που υποφέρει από αυτό, αλλά σχετίζεται και με ολόκληρο το σύμπαν. Τι πραγματικά κάνει η ιατρική όταν χρησιμοποιώντας την υπέροχη τεχνολογία της με bypasses και εγχειρήσεις ανοικτής καρδιάς ενός ανθρώπου του οποίου η καρδιά υπέκυψε γιατί υπερέβει τα όρια της ανθρώπινης φύσεως του από απληστία ή από πάθος για δύναμη και εξουσία; Αν δεν τον εκμεταλλεύτηκε ή αν δεν τον απάτησε συνειδητά οπωσδήποτε του στέρησε την ευκαιρία να κάνει κάτι για την πνευματική του ανάπτυξη και να αποφύγει το χειρότερο, δηλαδή όχι μόνο τον βιολογικό αλλά και τον πνευματικό του θάνατο και τον εξευτελισμό του, αν και για αυτά τα τελευταία δεν φαίνεται να νοιάζεται ο σύγχρονος άνθρωπος.
Φυσικά τα άμεσα αποτελέσματα της απομακρύνσεως των συμπτωμάτων που μπορεί να είναι εντυπωσιακά, αν και προσωρινά, αφ' ενός γίνονται συνειδητά ή ασύνειδα πειρασμός για τον ιατρό γιατί του εξασφαλίζουν εύκολο πλούτο και του δίνουν την δυνατότητα να ασκεί μια τρομερή εξουσία πάνω στον ασθενή, αφετέρου ελκύουν το σύγχρονο άνθρωπο που θέλει άμεση ικανοποίηση με οποιοδήποτε κόστος και που θέλει να απαλλαγεί από τα ανεπιθύμητα συμπτώματα χωρίς να αλλάξει τον βιάζοντα την ανθρώπινη φύση τρόπο ζωής του που προκαλεί τα συμπτώματα.
Μόνο και μόνο αυτό που συμβαίνει με τα αντιβιοτικά θα αρκούσε για να διαπιστώσουμε ότι η καρτεσιανή μηχανιστική αντίληψη όσον αφορά στον ανθρώπινο οργανισμό και σαν συνέπεια και στην υγεία και τη νόσο, μας οδηγεί σε πανωλεθρία. Γνωρίζουμε ότι όχι μόνο τα αντιβιοτικά πολύ σύντομα θα είναι εντελώς ανίκανα να μας προστατεύσουν από τις μολυσματικές νόσους αλλά και ότι συμβάλλουν στην ανάπτυξη υπερμικροβίων, πραγματικών τεράτων, ενάντια στα οποία θα βρεθούμε εντελώς αβοήθητοι.
Από τις αρχές του αιώνα έχει σημειωθεί μια κύρια μετακίνηση στις προοδευμένες βιομηχανικά χώρες όσον αφορά στις μορφές των ασθενειών από τις οξείες λοιμώδεις νόσους στις χρόνιες νόσους που είναι σαφώς συνέπειες του σύγχρονου τρόπου ζωής και οι οποίες δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά με φάρμακα και με ιατρική τεχνολογία.
Σύμφωνα με την ομοιοπαθητική προσέγγιση η όλη ύπαρξη του ανθρώπου αποτελεί μία πλήρη ενότητα και έτσι η ασθένειά του αντιμετωπίζεται ως «όλον» με απώτερο σκοπό να καταπολεμηθεί η αιτία που την προκαλεί και όχι μόνο τα συμπτώματά της. Ό,τι συμβαίνει στον άνθρωπο συμβαίνει σ' ολόκληρη την ύπαρξη του και αυτός είναι μέλος μιας άλλης μεγαλύτερης ενότητος, της οικογένειας και οι οικογένειες είναι μέλη ακόμη μιας μεγαλύτερης ενότητος, της κοινότητος και τελικά όλες αυτές οι διαδοχικές ενότητες ενσωματώνονται στην ενότητα του σύμπαντος. Ό,τι συμβαίνει στο μικρότερο κύτταρο επηρεάζει το σύμπαν στο σύνολο του και ό,τι συμβαίνει στο σύμπαν επηρεάζει και το μικρότερο κύτταρο. Εξ άλλου η απομάκρυνση μόνο των συμπτωμάτων δεν απαιτεί προσωπικό κόστος το οποίο είναι απολύτως απαραίτητο για την πραγματική ίαση. Για την επίτευξη πραγματικής ιάσεως ο ιατρός χρειάζεται να δώσει ένα κομμάτι από την ψυχή του και αυτό είναι απαραίτητο για κάθε πραγματική δημιουργία. Τίποτε ουσιαστικό δεν γίνεται χωρίς προσωπικό κόστος.
Είναι η ομοιοπαθητική πανάκεια ;
Απαραίτητες και οι δυο θεραπευτικές προσεγγίσεις (ομοιοπαθητική – σύγχρονη δυτική ιατρική).
Έχει δημιουργηθεί μια παρεξήγηση σε σχέση με τα θεραπευτικά όρια της κάθε μιας προσέγγισης. Aυτό έχει συμβεί για πολλούς λόγους, κυρίως όμως εξαιτίας της προσπάθειας των ομοιοπαθητικών να περάσoυν το μήνυμα μιας νέας προσέγγισης, γι’ αυτό το λόγο τα θεραπευτικά αποτελέσματα μεγαλοποιούνται από τους ομοιοπαθητικούς, ώστε να εντυπωσιάσουν. Αλλά και για έναν άλλο λόγο πολύ σοβαρότερο. Έτσι που το νέο τοπίο είναι θολό, πολλοί το εκμεταλλεύονται προς ίδιο όφελος, υποσχόμενοι ότι θεραπεύουν τα πάντα, όπως τον καρκίνο, την σχιζοφρένεια, το AIDS, την παχυσαρκία ή το κάπνισμα. Όλες αυτές οι διακηρύξεις γίνονται είτε δημόσια είτε στα ιδιωτικά ιατρεία, προκειμένου να προσελκύσουν μεγαλύτερη πελατεία. Mε αυτά τα γεγονότα η ομοιοπαθητική γενικότερα παρουσιάστηκε σαν αναξιόπιστη και τελικά προέκυψε ένας ακήρυχτος πόλεμος μεταξύ των δυο προσεγγίσεων, έτσι ώστε και οι δυο αντίπαλοι να προστρέχουν σε ακραία επιχειρήματα. Oι μεν ότι θεραπεύει τα πάντα οι δε άλλοι ότι η ομοιοπαθητική δεν θεραπεύει τίποτα. H αλήθεια είναι κάπου στην μέση φυσικά. Tα χημικά φάρμακα, παρά το γεγονός ότι έχουν σοβαρές παρενέργειες και η υπερκατανάλωσή τους μπορεί να οδηγήσει τον οργανισμό σε εκφυλισμό, χρειάζονται, και πολλές φορές είναι απαραίτητα για τα τελικά στάδια των χρόνιων ασθενειών, όπως στις βαριές επιληψίες, στις βαριές ψυχώσεις, στις βαριές καρδιοπάθειες, στις βαριές ασθματικές καταστάσεις και γενικά στα τελικά στάδια των χρονίων παθήσεων, όπου χρειάζεται να υπάρξει μια πρόσκαιρη αλλά απαραίτητη ανακούφιση από τον πόνο ή το υποφέρειν, εφόσον η πιθανότητα θεραπείας έχει αποκλεισθεί.
Tο ερώτημα είναι: υπάρχει τρόπος να προλάβουμε αυτά τα τελικά στάδια; Υπάρχει θεραπευτική που να επαναφέρει τον οργανισμό σε ισορροπία, όσο είναι ακόμα καιρός, ώστε να αποτραπεί, τουλάχιστον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, η εκφύλισή του; H απάντηση είναι ότι η κλασική ομοιοπαθητική, η σωστή ομοιοπαθητική, μπορεί να έχει αυτό το αποτέλεσμα. H μεγάλη παρανόηση που έχει γίνει μέχρι σήμερα οφείλεται στο γεγονός ότι οι δυο πλευρές δεν έχουν έλθει σε μια πραγματική και ουσιαστική επικοινωνία. Εάν είχαν έλθει, θα είχαν ανακαλύψει ότι η μια θεραπευτική δεν μπαίνει στα «χωράφια» της άλλης εκ των πραγμάτων και επομένως οι δυο αυτές προσεγγίσεις είναι στην πραγματικότητα συμπληρωματικές και όχι ανταγωνιστικές.
H ομοιοπαθητική παρεμβαίνει εκεί που η συμβατική ιατρική δεν μπορεί να κάνει σχεδόν τίποτα, στις αρχές της ασθένειας, όπου η διαταραχή έχει ακόμα κυρίως λειτουργικό χαρακτήρα, και όταν επεμβαίνει με το σωστό ομοιοπαθητικό φάρμακο, σταματά την περαιτέρω ανάπτυξη και εξέλιξη της νόσου. H συμβατική ιατρική με τα χημικά φάρμακα που διαθέτει, μπορεί να καταστείλει τους πόνους ή το υποφέρειν στα τελικά στάδια, χωρίς όμως να μπορεί να σταματήσει την εκφυλιστική πορεία της νόσου. Eπομένως μπορούμε να πούμε ότι η ομοιοπαθητική έχει το χαρακτήρα περισσότερο μιας προληπτικής ιατρικής.
Απαραίτητη η σωστή εκπαίδευση των γιατρών
Eδώ θα πρέπει να πούμε ότι δεν έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο και οι γιατροί, που την εφαρμόζουν, δεν είναι και οι ίδιοι βέβαιοι για τις δυνατότητές της. Έτσι πολλές φορές υπερεκτιμούν την ικανότητά τους να θεραπεύσουν και άλλες φορές καταφεύγουν σε χημικά φάρμακα, εκεί που θα μπορούσαν να δώσουν λύση με την ομοιοπαθητική, εάν είχαν τις σωστές γνώσεις. Tο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να πάρουν οι γιατροί μια ολοκληρωμένη και σωστή γνώση. Mια τέτοια εκπαίδευση απαιτεί πολύχρονη προσπάθεια εκ μέρους του γιατρού, σχεδόν ισότιμη και ισόχρονη με αυτήν που έκανε τα έξι πρώτα χρόνια της βασικής του εκπαίδευσης. Eάν μάλιστα ένας γιατρός ξεκινήσει την εκπαίδευση του στην ομοιοπαθητική, μετά δέκα χρόνια που απαιτούνται για να πάρει και μια ειδικότητα, τότε έχει κουραστεί ήδη πολύ για να μπορέσει να αφομοιώσει μια καινούρια γνώση με νέα δεδομένα. Aυτός είναι ο λόγος που οι καλύτεροι ομοιοπαθητικοί υπήρξαν πάντα αυτοί που αφιέρωσαν τον χρόνο τους στην εκμάθηση της ομοιοπαθητικής αμέσως μετά τις βασικές τους σπουδές και δεν ασχολήθηκαν με άλλη ειδικότητα. Εάν τώρα υποθέσουμε ότι έχει γίνει σωστά η εκπαίδευση, αυτοί οι γιατροί μπορούν να αντιμετωπίσουν πολλές ασθένειες που συναντώνται συχνότερα στην καθημερινή πράξη: Xρόνιες κεφαλαλγίες, ημικρανίες, ιλίγγους, ιγμορίτιδα και μετωπιαία κολπίτιδα, αλλεργική ρινίτιδα, βρογχικό και αλλεργικό άσθμα, γαστρίτιδα, γαστρεντερικές διαταραχές, ηπατίτιδες, ηπατικές βλάβες, έλκος δωδεκαδάκτυλου, χρόνιες επιπεφυκίτιδες, ωτίτιδες, νεανική ακμή, νευραλγία, έρπη ζωστήρα, αυχενικό σύνδρομο, οσφυαλγίες, μυαλγίες, κακώσεις μυϊκών ινών και τενόντων από ατυχήματα, γυναικολογικές παθήσεις, μαστίτιδες, αγχώδεις και φοβικές νευρώσεις, κτλ O κατάλογος είναι πραγματικά μεγάλος και δεν μπορεί να αναφερθεί με λεπτομέρειες δεδομένου ότι μια πάθηση από αυτές που αναφέρονται μπορεί να είναι μια μόνο έκφανση μιας βαθύτερης παθολογίας.
O τύπος των παθήσεων που αναφέρονται πιο κάτω έχουν δυνατότητα θεραπείας τους μόνο εάν ξεκινήσει αγωγή στην πολύ αρχική τους φάση.
Σκλήρυνση κατά πλάκας, οξέα ψυχωτικά επεισόδια, ψωρίαση, νόσοι του κολλαγόνου, σακχαρώδης διαβήτης, ενδαρτηρίτιδες, Πάρκινσον, καλοήθης μυαλγική εγκεφαλομυελίτις ή σύνδρομο χρόνιας κοπώσεως. Όλες αυτές οι πάρα πάνω κατηγορίες ασθενειών για να υποστραφούν σε ένα ποσοστό που μπορεί να φτάνει μέχρι και το 60%, απαιτούν έναν πολύ έμπειρο και καλά καταρτισμένο ομοιοπαθητικό γιατρό.
Eίναι αλήθεια ότι σε κάποιες, πολύ λίγες, περιπτώσεις με προχωρημένη παθολογία, όπως ο καρκίνος, οι καρδιοπάθειες, νευρομυϊκές παθήσεις, παραπληγίες, σπαστικά και αυτιστικά παιδιά, κληρονομικές ή μακροχρόνιες βαριές επιληψίες, σχιζοφρένεια κτλ., η ομοιοπαθητική έχει δείξει μια κάποια θετική δράση, ποτέ όμως πλήρη ίαση. Αυτά τα λιγοστά περιστατικά έκαναν ορισμένους υπερενθουσιώδεις αλλά ημιμαθείς ομοιοπαθητικούς γιατρούς να πιστεύουν ή να υποστηρίζουν ότι η ομοιοπαθητική μπορεί να παρέμβει και να θεραπεύσει τέτοιες παθήσεις. Aυτές οι λιγοστές περιπτώσεις που πιθανόν να αντέδρασαν καλά σε μακροχρόνια ομοιοπαθητική αγωγή εμπίπτουν σε μια κατηγορία για την οποία ο γνώστης ομοιοπαθητικός έχει συγκεκριμένες παράμετρους που την καθορίζουν και δεν πέφτει στην παγίδα να υπόσχεται θεραπείες εκεί που δεν υπάρχει δυνατότητα. Θα έπρεπε να καταρτισθεί ένας πλήρης επίσημος κατάλογος ασθενειών (με λεπτομερείς οδηγίες) στoν οποίο θα αναφέρονταν και οι γιατροί που θα ήθελαν να παραπέμψουν ασθενείς τους στην ομοιοπαθητική. Tο σημαντικό είναι οι ασθενείς να προστρέξουν στον ομοιοπαθητικό γιατρό στις αρχές της πάθησής τους, τότε που η ομοιοπαθητική έχει να επιδείξει τα καλύτερα της αποτελέσματα, αλλά ακόμα σημαντικότερο θα είναι να επιλέξουν τον σωστό και τον καταρτισμένο ομοιοπαθητικό γιατρό. Εκεί είναι που χρειάζεται η παρέμβαση του κράτους και η θεσμοθέτηση. H ομοιοπαθητική δυστυχώς δεν είναι τυφλοσούρτης, κάθε νέα περίπτωση είναι πραγματικά μια πρόκληση για τον γιατρό. Είναι πολύ δύσκολο να γίνει τυφλοσούρτης, αφού ο κάθε οργανισμός παρουσιάζει τις δικές του ιδιομορφίες και χρειάζεται το δικό του ιδιοσυγκρασιακό φάρμακο, παρά το γεγονός ότι υποφέρει από την ίδια κλινική εικόνα. Το ότι ο γιατρός θα πρέπει να μελετήσει ξεχωριστά την κάθε περίπτωση, κάνει την ομοιοπαθητική δύσκολη στην εκμάθηση και την εφαρμογή της και γι’ αυτό υπάρχουν ομοιοπαθητικοί που έχουν διαβάσει αρκετά και είναι καλοί, άλλοι που είναι μέτριοι και μερικοί που είναι πολύ λίγο ή καθόλου καταρτισμένοι, όπως συμβαίνει βέβαια και με τους αλλοπαθητικούς γιατρούς.
Αν οι ταγοί της ιατρικής καταλάβουν πραγματικά την δυνατότητα αυτής της άλλης προσέγγισης, που έχει αποτελέσματα χωρίς να έχει παρενέργειες, και αυτή μπορέσει να διδαχθεί σωστά μέσα στις ιατρικές σχολές, σαν μάθημα επιλογής, τότε σίγουρα θα μπορούμε να μιλάμε για μια πολύ πιο ολοκληρωμένη θεραπευτική προσέγγιση, όπου η σύγχρονη δυτική ιατρική και η ομοιοπαθητική θα συνυπάρχουν και θα λειτουργούν όχι ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά.










