...Υποστηρίζω ότι ο κόσμος δεν είναι παρά μια συμμαχία των επιτήδειων ενάντια στους καλούς, των πιο χυδαίων ενάντια στους πιο ευγενείς. Όταν πολλοί επιτήδειοι συναντιούνται για πρώτη φορά, αναγνωρίζει ο ένας τον άλλο χωρίς δυσκολία, σαν από διαίσθηση, και πάραυτα δένονται μεταξύ τους αν κατά τύχη τα συμφέροντά τους αντιτίθενται στη συμμαχία τους, εξακολουθούν να διατηρούν οι μεν για τους δε έντονη συμπάθεια και αλληλοεκτίμηση. Όταν ένας πονηρός άνθρωπος συνάπτει ένα συμβόλαιο ή κλείνει μια συμφωνία με άτομο του ιδίου φυράματος, συνήθως ενεργεί έντιμα και δε διανοείται να τον εξαπατήσει. Αντίθετα, αν έχει να διαπραγματευτεί με έντιμους ανθρώπους, δεν κρατάει ποτέ το λόγο του και, αν το θεωρήσει συμφέρον, θα προσπαθήσει να τους καταστρέψει.
Λίγο τον ενδιαφέρει αν τα θύματά του διαθέτουν αρκετό κουράγιο για να τον εκδικηθούν, επειδή ελπίζει πάντα - και αυτό επιβεβαιώνεται κατά κανόνα- ότι με την πονηριά του θα θριαμβεύσει πάνω στο θάρρος τους. Είδα επανειλημμένα άκρως δειλούς ανθρώπους οι οποίοι είχαν να επιλέξουν ανάμεσα σε έναν κατεργάρη πιο δειλό απ' αυτούς και σ' έναν τίμιο και γενναίο άνθρωπο να πηγαίνουν από ανανδρία με το μέρος του κατεργάρη επιπλέον, κάτι τέτοιο παρατηρείται συχνά και με τους απλούς ανθρώπους όταν βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, επειδή η πορεία του καλού ανθρώπου είναι απλή και συνηθισμένη, ενώ εκείνη του κακού πολύπλοκη και σκοτεινή.
Είναι κοινός τόπος ότι το άγνωστο φοβίζει περισσότερο από το γνώριμο και ότι γλιτώνουμε εύκολα από την εκδίκηση των γενναίων, επειδή ο φόβος και η δειλία αρκούν για να μας προφυλάξουν. Αλλά ούτε ο φόβος ούτε η δειλία μπορούν να προστατέψουν από κρυφούς διωγμούς, πλεκτάνες ή ακόμη και αναμενόμενα χτυπήματα, όταν προέρχονται από αδίστακτο εχθρό. Αν κατά κανόνα το αληθινό θάρρος δεν προκαλεί φόβο στην καθημερινή ζωή, αυτό γίνεται επειδή είναι άδολο κι έτσι του λείπουν όλα εκείνα τα απειλητικά στοιχεία που θα το καθιστούσαν επίφοβο• γι' αυτό, συνήθως, δεν το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας. Αντίθετα, οι δόλιοι προκαλούν το φόβο, επειδή, χρησιμοποιώντας κατά κόρον την απάτη, θεωρούνται πολύ συχνά θαρραλέοι.
Ελάχιστοι απατεώνες παραμένουν φτωχοί• για παράδειγμα, αν ένας καλός δυστυχήσει, κανείς δε θα τον βοηθήσει, και μάλιστα πολλοί θα χαρούν γι' αυτό• αλλά αν το ίδιο συμβεί σε έναν αχρείο, όλη η πόλη θα σπεύσει να του συμπαρα¬σταθεί. Εύκολα μπορούμε να μαντέψουμε την αιτία: είμαστε πιο ευαίσθητοι στη δυστυχία αυτών με τους οποίους μοιραζόμαστε τη ζωή και το πεπρωμένο, επειδή η ίδια δυστυχία απειλεί κι εμάς και, όταν μπορούμε, προσφέρουμε τη βοήθειά μας, γιατί γνωρίζουμε καλά ότι η αδιαφορία θα σήμαινε να αποδεχτούμε την ίδια συμπεριφορά να έρθει κι η σειρά μας. Όμως, οι απατεώνες, οι οποίοι είναι και περισσότεροι και πλουσιότεροι θεωρούν καθέναν από τους ομοίους τους αδερφό και φίλο και νιώθουν την ανάγκη να τον συνδράμουν στις δυσκολίες του χάριν της συμμαχίας στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, θεωρούν σκάνδαλο να ξεπέσει ένας από τους ομοίους τους• κι αυτό γιατί ο κόσμος, ο οποίος με λόγια τιμά την αρετή, γρήγορα θα αποκαλούμε θεία τιμωρία έναν τέτοιο ξεπεσμό και η ντροπή που θα έπεφτε πάνω τους θα τους έβλαπτε όλους. Έτσι, για να αποφύγουν αυτό το σκάνδαλο, αγωνίζονται ώστε να μην υπάρχουν μιαροί χτυπημένοι από τη μοίρα που να μην κατορθώσουν να ορθοποδήσουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο - εκτός πια κι αν πρόκειται για εντελώς ανίκανους ανθρώπους.
Αντιθέτως, οι καλοί και μεγαλόκαρδοι άνθρωποι, οι οποίοι διαφέρουν από τον όχλο, θεωρούνται από αυτόν παράξενα όντα• όχι μόνο δεν τους αντιμετωπίζουν ως αδελφούς και φίλους, αλλά τους απομακρύνουν ευχαρίστως από τα κοινά και, όπως μονίμως βλέπουμε, τους καταδιώκουν περισσότερο ή λιγότερο ανελέητα, ανάλογα με την κακότητα ή την ατιμία της εποχής στην οποία έμελλε να ζήσουν. Πράγματι, όπως στον ανθρώπινο οργανισμό η φύση προσπαθεί πάντα να εξαλείψει τις προδιαθέσεις και τα στοιχεία εκείνα τα οποία αντιτίθενται στις θεμελιώδεις αρχές του σώματος, έτσι και στις μεγάλες ανθρώπινες ομάδες η φύση προστάζει τον εκμηδενισμό και τη με κάθε τρόπο εκδίωξη όποιου διαφέρει αισθητά από το σύνολο, ιδιαίτερα όταν αυτή η διαφορά δηλώνει συγχρόνως και αντίθεση. Οι καλύτεροι και ευγενέστεροι είναι πάντοτε και οι πιο μισητοί, επειδή είναι ειλικρινείς και λένε τα πράγματα με το όνομά τους. Αυτό συνιστά ασυγχώρητο λάθος στο ανθρώπινο γένος, το οποίο δεν μισεί τόσο αυτόν που. πράττει το κακό, ούτε το ίδιο το κακό, όσο αυτόν που το αποκαλεί με το αληθινό του όνομα. Γι' αυτό, ο εγκληματίας αποκτά συχνά πλούτη, τιμή και δύναμη, ενώ εκείνος ο οποίος στιγματίζει τις πράξεις του οδηγείται στην αγχόνη• πράγματι, οι άνθρωποι είναι πάντοτε έτοιμοι να δεχτούν τα χειρότερα μαρτύρια προερχόμενα από τους άλλους ή από τον Ύψιστο, αρκεί να τους συμπονέσουν στα λόγια.
«Στοχασμοί», Τζάκομο Λεοπάρντι










