Η μόνωση είναι κάτι πολύ οδυνηρό
«Η μόνωση εΐναι κάτι πολύ οδυνηρό, νιώθει κάνεις σαν σε φυλακή» γράφει ό ίδιος στον αδερφό του Τεό, τον Δεκέμβρη του 1883. Τα διαλείμματα, σ' αυτήν τήν καταθλιπτική κατάσταση, είναι όλο και πιο σπάνια, όλο και πιο σύντομα. Ή μικρή ξεκούραση πριν από κάθε ξεκίνημα, και ή νόθα, πικρή γαλήνη, δεν περνάν παρά σαν γοργές αστραπές φωτός στον σκοτεινιασμένο άπό βαριά σύννεφα ουρανό της ζωής του.Ό ίδιος αναλύοντας τον εαυτό του, τον καιρό που τό θολό πνεύμα είχε σκοτεινιάσει τό φωτεινό του νοΰ και βρισκόταν κλεισμένος στο άσυλο, γράφει σέ ανάμικτες στιγμές παράκρουσης και θαυμαστής πνευματικής διαύγειας... Περιγράφει κάποιο έργο του Κουρμπέ: «Αυτός ό συνδυασμός άπό κόκκινο, πράσινο, ανακατωμένο μέ γκρί, τ' αντικείμενα πού τά κυκλώνει ένας βαρύς μαύρος ίσκιος, αποδίδουν λίγο, τό αίσθημα αγωνίας, που άπ' αυτό υποφέρουν όσο κι έγώ οί σύντροφοι μου τής δυστυχίας, οΐ νουάρ-ρούζ...». Μαυροκόκκινοι. Μήπως έτσι έλεγαν τους τρελλούς τον καιρό του, γιά νάχει υπογραμμίσει μέ βαθύ κόκκινο μολύβι τή λέξη; "Αν εΐναι αυτό αλήθεια, ένας τέτοιος μεγαλοφυής μαυρο-κόκκινος είναι και ό Βιτσέντζο Βαν Γκόγκ.
"Υστερα άπό τον άτυχο ερωτά του, γιά την δεκαεννιάχρονη Έγγλεζοπούλα, την Ούρσουλα Λόυερ, πού άφοΰ τον έκανε νά την αγαπήσει, παντρέφτηκε μέ άλλον, φεύγει γιά τον μαυρότοπο του Μπορινάζ. "Ενα μέρος απαίσιο, πού λίγοι ανθρακωρύχοι ψάχνουν στά κατάβαθα τής γης νά βρουν τό θεό τους, μέσα στά μαύρα της, καφτερά σπλάχνα. Κι αυτός, ό παρίας κι ό κατατρεγμένος, γιά νά μοιάσει περισσότερο με αυτούς τους απόκληρους τής ζωής, πασαλείβει τό πρόσωπο μέ καρβουνόσκονη, φοράει κουρέλια, καθαρίζει βρωμερούς σταύλους και τους μαζεύει γιά νά κηρύξει τό Λόγο του θεού
Ό Βικέντιος Βάν Γκόγκ, ό τελευταίος γόνος—μαζί μέ τούς αδερφούς του, Τεό και Κόρ—μιας παλιάς άρχοντογενιάς, μέ πλήθος αξιοσέβαστους ανθρώπους, έμπορους, ιερωμένους, τραπεζίτες, έστησε τό χοντροκομμένο βαρύ του κορμί, τό μακρουλό κεφάλι μέ τ' ανυπόταχτα, μπερδεμένα φλογοκόκκινα μαλλιά και γένια, ενάντια στους δικούς του, ενάντια στο ανώνυμο πλήθος, ενάντια στον απέραντο κόσμο, κι απλώνοντας τό τεράστιο τριχωτό του χέρι, θέλησε ν' αδράξει άπληστα τον καρπό τής Ζωής.
Γρήγορα ξέφυγε άπό τό οικογενειακό του περιβάλλον ό Βικέντιος. Άπό τά δεκάξη του χρόνια πέφτει στή βιοπάλη κι αλλάζει πλήθος επαγγέλματα. Υπάλληλος των καταστημάτων Γκουπϊλ στό Λονδίνο, δάσκαλος στο Ράμσγκέιτ, διάκονος τοΰ πάτερ Τζόνς, υπάλληλος σέ βιβλιοπωλείο, ευαγγελιστής ιεροκήρυκας στό Μπορινάζ και τελευταία μαθητευόμενος ζωγράφος στή Χάγη. Σ' αυτό τό επάγγελμα καταστάλαξε οριστικά. Είχε βρει τό δρόμο του. "Ενα δρόμο στενό, γεμάτο αγκάθια και θάμνους πυκνούς, μά πού στό βάθος του έλαμπε ένα αστέρι —ή Αθανασία.
Ή πείνα ήταν ό μονιμώτερος σύντροφος της ζωής του. Ή πείνα και ή μοναξιά. Μήτε ή Καίη, μιά νεαρή χήρα ξαδέρφη του, δέν θέλησε τον κοκκινοτρίχη ζωγράφο... και ή πείνα τοΰ στομαχιού, μέ τήν πείνα τής καρδιάς και τοΰ κορμιού, βασάνισαν ολάκερα τά χαμένα του νιάτα. «Μήπως τόχει ή μοίρα μου πάντα νά πεινάω;» Ή κραυγή αυτή τής απόγνωσης ήταν ή επωδός ολόκληρης τής ζωής του. Αυτός πού οϊ στενοί συγγενείς του κρατού-σαν τήν καλλιτεχνική κίνηση στά στιβαρά τους χέρια σ' ολόκληρη τήν Ευρώπη, Παρίσι, Χάγη, Ρότερνταμ, Λονδίνο, κλεισμένος στό στενό καμαράκι τό δίχως θέρμανση και θαλπωρή, δεν είχε μήτε ένα ψίχουλο γιά νά σιγάσει τήν «ηλίθια π ε ίν α», δπως τήν έλεγε, πού τοΰ τρυπούσε μέ φριχτούς πόνους τό στομάχι. Και μιά γυναίκα τοΰ δρόμου, πλύστρα και κοκότα μαζί, τουφερε ένα πιάτο φαΐ γιά νά χορτάσει τον λιμασμένο άγοπτητι-κό της. Γιατί μόνο γυναίκες της τελευταίας βαθμίδας δέχονταν νά συνδεθούν μέ τό φτωχό ζωγράφο. Και γιά μιά άλλη τέτοια γυναίκα, τή Ραχήλ, έκανε τήν πιο ακατανόητη πράξη τής ζωής του, τής πρόσφερε διπλωμένο σ' ένα χαρτί τό κομμένο του αυτί γιά δώρο!
Και ή ζωγραφική τοΰ Βικέντιου Bαv Γκόγκ ;
Φως, ήλιοι χρυσοί, λουλούδια μέ σάρκινα, ματωμένα πέταλα, ηλιοβασιλέματα πορφυρά, χωράφια μέ πύρινα χρώματα, στάχια μεστά, βαριά άπό τό σιτάρι, δέντρα φορτωμένα μέ βαρείς χυμώδεις καρπούς, δλη ή άπληστη δίψα γιά ζωή, έρωτα κι απόλαυση, προβάλλει μ' αδρές πινελιές και πηχτά χρώματα πάνω στά τελάρα των πινάκων, το θαυμαστό του έργο.
Βαν Γκογκ «Ένας άνθρωπος και η ζωή του», Ίρβινγκ Στόουν










