
Το βαπόρι που με μεταφέρει στην Ρωσσία, αγκυροβολεί στη Σεβαστούπολι. Ύστερα από μια διαμονή ολίγων ημερών σε αυτή την ωραία πόλι της Κριμαίας, αναχωρώ για τα κτήματα που ανήκαν προ της Επαναστάσεως του 1917 στους θείους μου. Το Τσόργκουν, ένα χωριό κατοικημένο κατά το ένα ήμισυ από Τατάρους και κατά το άλλο από Ρώσσους, είναι συνυφασμένο, μέσα στη μνήμη μου, με πλήθος αναμνήσεων της παιδικής μου ηλικίας. Ακόμη και σήμερα, όταν ακούω ποδοβολητό αλόγων σε γέφυρα ξύλινη, ή τον θόρυβο που κάνουν τα σιδερένια στεφάνια μιας αμάξης επί ενός σανιδώματος γεφύρας, βλέπω μπροστά μου την παλαιά ξύλινη γέφυρα, η οποία έζευε τον μικρό ποταμό Τσόρναγια, σε ελάχιστη απόστασι από το σπίτι του θείου μου Δημήτρη, που με θερμή αγάπη και άπειρη καλωσύνη με φιλοξενούσε, οσάκις πήγαινα ως παιδί στα κτήματά του. Ανεβασμένος σε μια μεγάλη φουντωτή καρυδιά, στην όχθη του Τσόρναγια, ή σκαρφαλωμένος στα κλαδιά μιας δαμασκηνιάς, που ήτο τόσο φορτωμένη με δαμάσκηνα, ώστε ένα δυνατό τίναγμα αρκούσε για να κάμη κανείς μια πλούσια συγκομιδή, έβλεπα συχνά τα αγόρια των Τατάρων να προχωρούν γυμνά στον ποταμό, κοντά στο ξύλινο γιοφύρι, όπου τα νερά ήσαν βαθύτερα, και , εκεί, να λούζονται μαζύ με τα άλογα, παίζοντας και φωνάζοντας εκφραστικώτατες λέξεις στην γλώσσα των, εκ των οποίων πολλές μοιάζαν με τις τόσο συγκλονιστικά σαφείς άναρθρες κραυγές, που απ’ ευθείας εκπηδούν σαν εκτοξεύσεις σπέρματος μέσα από τα ορμέμφυτα και από τα σπλάχνα των ανθρώπων.

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
















