Στην διάρκεια της οικονομικής κρίσης, που έπληξε βάναυσα και την χώρα μας και ακόμη συνεχίζει να την ταλαιπωρεί, μια νέα «μαύρη τρύπα» ήρθε να προστεθεί σε αυτές των ελλειμματικών ταμείων, του υπέρογκου εξωτερικού δανεισμού, των εργασιακών σχέσεων και του συνταξιοδοτικού συστήματος: αυτή της ανεπάρκειας σε ανθρώπινο δυναμικό. Τριάντα οκτώ στους εκατό Έλληνες που έχασαν την δουλειά τους δηλώνουν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους για να εγκατασταθούν σε μια νέα χώρα, προκειμένου να βρουν εργασία. Κι αυτή η επερχόμενη γεωγραφική κινητικότητα δεν διαφαίνεται να μπορεί να ανακληθεί, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.
Σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία, το ποσοστό ανεργίας για το α΄τρίμηνο του 2010 ανήλθε σε ποσοστό 11,7%, έναντι του 9,3% που ίσχυε κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα της προηγούμενης χρονιάς. Το υψηλότερο ποσοστό παρατηρείται στους νέους ηλικίας 15-29 ετών (22,3%), ενώ το ποσοστό ανεργίας των γυναικών ανήλθε στο 15,5% και είναι σημαντικά υψηλότερο από αυτό των ανδρών, το οποίο διαμορφώθηκε στο 9,0%. Τα στοιχεία επίσης δείχνουν πως 4 στους 10 νέους γιατρούς και 6 στους 10 νέους μηχανικούς εγκαταλείπουν την χώρα για να αναζητήσουν καλύτερες προοπτικές εργασίας στην ΕΕ ή τις ΗΠΑ.
Σαθρός ο ιδιωτικός τομέας ως προς τα κριτήρια επιλογής στελεχών
Η έλλειψη σοβαρού ιδιωτικού τομέα και κυρίως η αναξιοκρατία διώχνουν τα «λαμπρά μυαλά» από την Ελλάδα. Η νεολαία δεν αποτελεί μια ομοιογενή κοινωνική ομάδα, αφού αρκετοί παράγοντες συμβάλλουν στην ετερογένειά της, όπως η κοινωνική και οικονομική θέση της οικογένειας από την οποία προέρχονται, το επίπεδο μόρφωσης κ.ά. Στην πραγματικότητα, η προσωπική γνωριμία, το «μέσο» όπως λέμε, είναι αυτό που καθορίζει την επαγγελματική αποκατάσταση του νέου.
Ο ευκαιριακός -συχνά τυχοδιωκτικός- τρόπος με τον οποίο οι εταιρείες «κάνουν μπίζνες» στην χώρα μας είναι η κύρια αιτία για την αδιαφορία που εμφανίζουν προς τους άριστους πτυχιούχους των διαφόρων επιστημονικών κλάδων. Σε οποιαδήποτε άλλη προηγμένη χώρα οι εκπρόσωποι των εταιρειών θα επεδίωκαν πάση θυσία ένα συμβόλαιο με αυτούς. Σήμερα ουδείς ενδιαφέρεται για την αποδεδειγμένη ποιότητα των γνώσεων και επιδόσεων των στελεχών του, τα ουσιαστικά δηλ. προσόντα που θα τον καθιστούσαν ωφέλιμο για την εταιρεία σε μακροχρόνια βάση. Σε μεγάλο ποσοστό, η ελληνική ιδιωτική επιχείρηση άλλωστε δεν διαθέτει εκείνες τις οργανωτικές δομές που να επιτρέπουν την απασχόληση ειδικευμένου εργατικού δυναμικού και χρησιμοποιούν στην πλειονότητά τους ανειδίκευτους ή χαμηλής ειδίκευσης άτομα.
Αντίστοιχα, η οικονομική κρίση οδηγεί καθημερινά σε μείωση των επενδύσεων, τόσο σε έμψυχο δυναμικό όσο και σε εφαρμοσμένες τεχνολογικές μεθόδους, ώστε ο ιδιωτικός τομέας λειτουργεί στο μεγαλύτερο ποσοστό του με μια διάθεση προσωρινότητας, χωρίς μελλοντικά μακροπρόθεσμα πλάνα και στέρεη φιλοσοφία επιλογής ικανών στελεχών. Από την άλλη, οι περικοπές δαπανών φαίνεται πως στοχεύουν μόνο στην απαγκίστρωση των εταιρειών από τους ικανότερους μάνατζερς και τους επιστήμονες, ενώ άλλες, ανούσιες και ανώφελες δαπάνες διατηρούνται κατά τρόπο σκανδαλιστικό.
Απαθής και ανίκανη η επίσημη πολιτεία
Ζούμε πλέον στην εποχή της εύκολης πρόσβασης στην γνώση, και η επένδυση σε αυτήν εγγυάται το μέλλον κάθε χώρας. Στην Ελλάδα των υπέρογκων οικογενειακών δαπανών για φροντιστήρια και βιβλία αλλά και με την εγγυημένη ανεργία των διπλωματούχων μας, δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα από αυτή της απώλειας λαμπρών μυαλών, τα οποία έχουν πλέον γίνει, δυστυχώς, το μόνο «εξαγώγιμο είδος». Η απώλεια των νέων μας προς τις αγορές του εξωτερικού ασφαλώς θα έχει δραματικές συνέπειες σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και ψυχολογικό επίπεδο. Η ράθυμη και υπερήλικη κοινωνία μας, με τους χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους, τον ασθενή ιδιωτική επιχειρηματική δράση και τους αναμφίβολα ανεπαρκείς πολιτικούς, δεν μπορεί να ελπίζει σε μελλοντική ανάπτυξη και πρόοδο, αν συνεχιστεί η απώλεια ανθρώπων με εξειδικευμένες γνώσεις.
Ο κ. Α. Δεδουσόπουλος, καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, επισημαίνει: «Το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα, ευτυχώς, δεν προσφέρει ειδικές τεχνικές εργασιακές δεξιότητες, αλλά βασικές δεξιότητες. Δεξιότητες δηλαδή που επιτρέπουν σ' αυτόν που τις διαθέτει να μαθαίνει και να προσαρμόζει τις γνώσεις του σε ένα μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον. Αν το εκπαιδευτικό σύστημα αποπειραθεί να προσφέρει τις ειδικές εργασιακές δεξιότητες, είτε θα κατέληγε να «παράγει» εργαζομένους με δεξιότητες με ημερομηνία λήξης ή να γίνει εξάρτημα λίγων μεγάλων επιχειρήσεων. Το πείραμα της Μ. Βρετανίας είναι γνωστό, όπως και η τραγική υποβάθμιση των σπουδών σ' αυτήν. Από την άλλη πλευρά, επίσης, είναι γνωστό ότι οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις του εξωτερικού δεν προσλαμβάνουν πτυχιούχους με ΜΒΑ, αλλά αποφοίτους τμημάτων ιστορίας, ξένων γλωσσών κ.λπ. Αυτό γιατί η γνώση της ιστορίας και των πολιτισμών προσφέρει ικανότητα προσαρμογής, κατανόηση του διαφορετικού, ευελιξία στη διαχείριση ατόμων από διαφορετικές κουλτούρες».
Ωστόσο, με τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα, οι νέοι μας θα καταλαμβάνουν ολοένα και πιο επισφαλείς και ποιοτικά κατώτερες θέσεις εργασίας, με χαμηλότερες αμοιβές και σχεδόν ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα. Εγκλωβίζονται σε κακοπληρωμένη άσκηση έργου, με ισχνότατες προοπτικές σταδιοδρομίας και καθόλου εγγυήσεις για διατήρηση έστω και αυτού του ανούσιου επαγγέλματος. Και εδώ, το «μέσο» έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο.
Μαύρη πέτρα πίσω τους...
Οι νέοι επιστήμονες που φεύγουν για μεταπτυχιακές σπουδές σπανίως πλέον επιστρέφουν στην Ελλάδα, αφού έχουν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους υπογράψει συμβόλαια με σοβαρές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία έρευνας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, από τους Έλληνες πτυχιούχους ΑΕΙ που εργάστηκαν στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια μόνο το 15,9% επέστρεψε στην Ελλάδα. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που, έχοντας ολοκληρώσει εδώ έναν πρώτο κύκλο σπουδών, στη συνέχεια μεταβαίνουν στο εξωτερικό για μεταπτυχιακά, όπου και παραμένουν.
Σε μια χώρα σαν την δική μας, με δωρεάν Παιδεία, η οποία απορροφά ένα σημαντικό ποσοστό πόρων από τον κρατικό κορβανά, τούτη η «διαρροή εγκεφάλων» (brain drain) πλήττει πρωτίστως την οικονομία της. Η διαρροή δεν είναι αποτέλεσμα υπερπροσφοράς πτυχιούχων στην Ελλάδα, όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά «της χαμηλής ζήτησης για επιστημονικό προσωπικό στην ελληνική αγορά εργασίας». Αποτέλεσμα είναι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα να διαθέτει το μεγαλύτερο ποσοστό, περίπου 30%, άνεργων πτυχιούχων στην ΕΕ.
Στην χώρα μας άλλωστε οι νέοι επιστήμονες αντιμετωπίζονται από τους εργοδότες με δυσπιστία, κυρίως λόγω έλλειψης εμπειρίας και κοινωνικών δεξιοτήτων (εργατικότητα, συνέπεια και επικοινωνία), ενώ συχνά οι γνώσεις τους αμφισβητούνται από τους παλιότερους διοικούντες τα διάφορα τμήματα των εταιρειών ή οργανισμών, που πολλές φορές δεν διαθέτουν οι ίδιοι ούτε τα τυπικά προσόντα για να κρίνουν! Αυτός ο ιδιότυπος «ηλικιακός ρατσισμός», όπως εύστοχα τον χαρακτηρίζει ο κ. Α. Δεδουσόπουλος, είναι που τελικά αποκαρδιώνει την νεολαία μας και προσφεύγει στο εξωτερικό.
Οι νέοι επιστήμονες που εγκαταλείπουν την χώρα ανήκουν συνήθως στην κατηγορία των αποφοίτων με τα περισσότερα προσόντα. Κατέχουν πτυχία ξένων γλωσσών και μεταπτυχιακά. Το 73% έχει μεταπτυχιακό τίτλο, το 51,2% έχει διδακτορικό, ενώ το 41% έχει σπουδάσει σε ένα από τα 100 καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Μάλιστα, το 70% από αυτούς φεύγει στο εξωτερικό πριν καν αναζητήσει την τύχη του στην Ελλάδα!
Το 81% αυτών ασχολείται κυρίως με την οικονομία και τη διοίκηση επιχειρήσεων, το 33% με τις νομικές επιστήμες, το 25% με τη χημεία, τη φυσική και τον προγραμματισμό των ηλεκτρονικών υπολογιστών, ενώ στο 23% φτάνουν οι μηχανικοί. Το 31,7% από αυτούς επιλέγουν τη Βρετανία, το 28,7% τις ΗΠΑ και το 6,6% την Γερμανία. Την ίδια ώρα το πρώτο σε ελληνικό επιστημονικό πληθυσμό είναι το Λονδίνο, και ακολουθούν κατά σειρά η Νέα Υόρκη, οι Βρυξέλλες, η Βοστόνη, το Παρίσι, η Γενεύη, το Μόναχο, η Ουάσιγκτον, η Ζυρίχη και το Σικάγο. Όσο για τα εισοδήματα, το 68,4% των πτυχιούχων που εργάζονται στο εξωτερικό έχει ετήσιο εισόδημα μεγαλύτερο από 40.000 ευρώ, σε αντίθεση με την Ελλάδα, που το ποσοστό αυτό πέφτει στο μισό (34,4%).
Ο θλιβερός επίλογος
Ως βασική αιτία του ξενιτεμού των επιστημόνων μας θεωρείται το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν παράγει σύνθετα προϊόντα και υπηρεσίες, ώστε η ζήτηση για πτυχιούχους παραμένει χαμηλή. Επίσης, η αξιοκρατία στον εργασιακό χώρο, οι οικονομικές απολαβές, το ενδιαφέρον για την εργασία και η απόκτηση περισσότερων και εξειδικευμένων γνώσεων θεωρούνται ως αιτίες της φυγής τους. Κι αν σύντομα δεν ληφθούν μέτρα υπέρ μιας συνθετότερης και ανταγωνιστικότερης μορφής οικονομίας, η χώρα μας δεν θα καταντήσει μόνο μια πατρίδα γερόντων, αλλά –φευ!- αναλφάβητων γερόντων...









